Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2007

Μετανάστευση των Νεοσουλιωτών

Απόσπασμα από την συνέντευξη της κ. Αβοκάτου στους μαθητές του Γυμνασίου Ν. Σουλίου


Ήταν πολύ δύσκολα όσον αφορά τη γλώσσα. Το δύσκολο ήταν πώς θα προσαρμοστείς, πού πάει η συγκοινωνία, πώς θα πας εκεί, πώς θα πας από εδώ, έπρεπε όλα να τα γράφεις στο μυαλό αλλιώς δεν γινόταν. Εκτός αν τα είχες γραμμένα σε χαρτάκι και το έδειχνες και σου δείχνανε από πού θα πας. Την πρώτη μέρα που έπιασα δουλειά, ήρθε ο μαέστρος και μου λέει ; «Αβοκάτου, θα καθίσεις να καθαρίσεις». Αυτό μου το είπε στα γερμανικά κι εγώ κατάλαβα κάτι άλλο άσχημο. Τότε λέω με ύφος: «Nein», δηλαδή όχι. Αυτός γέλασε και έφυγε. Πήγε λίγο πιο πέρα σε μια Ελληνίδα που τη λέγανε Σόφη, πόντια ήταν αυτή, και την έφερε σε μένα και αυτή γελούσε, γιατί του φέρθηκα έτσι. Εγώ με το μυαλό μου σκεφτόμουν πολλά, γιατί τότε είχαν ακουστεί πολλά στη Γερμανία, αλλά τελικά ήταν όλα ψέματα. Μας φέρθηκαν τόσο καλά οι Γερμανοί, μας έδιναν να καταλάβουμε πώς θα δουλέψουμε με νοήματα. Αν καταλάβαινες καλώς, αν όχι, ήσουν «τούβλο». Και έτσι σιγά - σιγά σήμερα με το καλημέρα, αύριο με το καλησπέρα, στην αρχή με τις απαραίτητες λέξεις, μετά με ποιο λεωφορείο θα πήγαινα και με ποιο θα γυρνούσα. Την πρώτη φορά ήρθε και με πήρε ο κουνιάδος μου, εγώ όμως έβαζα με το μυαλό μου σημάδια πού θα πήγαινα και πού θα κατέβαινα.



Το άλλο Σάββατο ήταν να πήγαινα με την αδελφή της συννυφάδας μου στη συννυφάδα μου για να μην χαθώ. Αυτή όμως δεν με περίμενε. Εγώ πέρασα από το κτίριο που έμενε, την φώναξα αλλά αυτή είχε φύγει. Εγώ τώρα τι να κάνω; Έξω ήταν το λεωφορείο αυτό που είχα πάρει με τον κουνιάδο μου και κατέβηκα μόνη μου στη στάση και βρήκα το σπίτι. Καθώς ανέβαινα τη σκάλα, άκουσα τη συννυφάδα μου που έλεγε στον κουνιάδο μου: Άντε, Γιώργο, πάνε να πάρεις την Μαριγώ». Χτύπησα την πόρτα. Όταν άνοιξε η συννυφάδα μου έμεινε άγαλμα. «Καλά, λέει, για πρώτη φορά πώς ήρθες; Πρέπει να είσαι πολύ έξυπνη». Ε, μετά βρήκαμε σπίτι. Με τον άντρα μου μια Κυριακή πήγαμε και βρήκαμε το εργοστάσιο, είδαμε πώς θα πηγαίνουμε, γιατί ήταν λίγο μακριά. Παίρναμε το τραμ, κατεβαίναμε στο τέρμα και μετά πηγαίναμε λίγο με τα πόδια. Συνηθίζει μετά ο άνθρωπος. Εκεί κάθισα 18 μήνες. Μετά πήγα στο Holzinstitut, κάθισα πολλά χρόνια και έμαθα πολλά. Είχα μια γυναίκα Γερμανίδα που μου τα έλεγε τόσο καλά, που δεν είχα πρόβλημα και έτσι έμαθα καλά τα γερμανικά.

Κάποια μέρα με χτύπησε ένα καρότσι έτσι, όπως ήμουν σκυμμένη και καθάριζα. Με χτύπησε στο κεφάλι. Δεν πήγα στο γιατρό αλλά σε μια βρύση και έβαλα κρύο νερό. Πήγα σπίτι και τα παιδιά μου είπαν να πάω στο γιατρό. Πήγα στο γιατρό και μου είπε ότι θα το γράψουμε σαν εργατικό ατύχημα και εγώ, επειδή δεν το κατάλαβα, του είπα, όχι. Μετά που πήγα στο σπίτι και με ρώτησαν τα παιδιά μου τι έγινε, τους είπα τι έγινε, τι μου είπε ο γιατρός και ότι εγώ του είπα όχι. «Λάθος ήταν αυτό, μαμά» μου είπαν τα παιδιά, «χτύπα ξύλο, αν πάθεις κάτι στο κεφάλι αύριο, μεθαύριο, όταν θα γεράσεις, αυτό έπρεπε να γραφεί». Πήγα την άλλη μέρα στο γιατρό, του ζήτησα συγγνώμη και του είπα να γραφτεί σαν εργατικό ατύχημα. Έτσι σιγά – σιγά τα μάθαμε όλα. Όχι τέλεια αλλά μπορούσαμε να συνεννοηθούμε μια χαρά.

Η εργασία

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ συγκινητικό και αυθεντικό κείμενο!Είναι σημαντικό να μαθαίνουμε τις δυσκολίες που βίωσαν οι μεγαλύτεροι για να μαθαίνουμε και να παραδειγματιζόμαστε και οι νεότεροι.Συγχαρητήρια για την προσπάθεια!!